Το ζήτημα της ισλαμιστικής ριζοσπαστικοποίησης στα Βαλκάνια, πόσο πραγματικά είναι απειλή για την ελληνική και την ευρωπαϊκή ασφάλεια και πως μπορεί να αντιμετωπιστεί

Διπλωματική εργασία--Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, Θεσσαλονίκη, 2018.

Πρώτος συγγραφέας: Φουντάς, Χαράλαμπος
Επόπτης Καθηγητής: Αρμακόλας, Ιωάννης
Μορφή: Electronic Thesis or Dissertation
Γλώσσα: Greek
Άλλες Λεπτομέρειες Έκδοσης: Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, 2018
Τμήμα: Διατμηματικό Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών στις Διεθνείς Σχέσεις και Ασφάλεια
Θέματα:
Διαθέσιμο Online: http://dspace.lib.uom.gr/handle/2159/22677
Περίληψη: Διπλωματική εργασία--Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, Θεσσαλονίκη, 2018.
Επιτομή: Αν το τρομοκρατικό χτύπημα το οποίο έλαβε χώρα την 11η Σεπτεμβρίου 2001 στις Ηνωμένες Πολιτείες υπήρξε το έναυσμα για την εντατική πλέον ενασχόληση της Δύσης με αυτό που κοινώς αποκαλείται «ακραίο Ισλάμ», ωστόσο η απαρχή του ίδιου του φαινομένου της ισλαμιστικής ριζοσπαστικοποίησης μπορεί να ανιχνευτεί πολλές δεκαετίες πριν. Έχει διανύσει μια πορεία που ξεκινά ουσιαστικά με την συγκρότηση στις αρχές του προηγούμενου αιώνα οργανώσεων όπως οι «Αδελφοί Μουσουλμάνοι» στην Αίγυπτο και η «Ισλαμική Εταιρία» στις περιοχές της Ινδίας που ανήκουν στο σημερινό κράτος του Πακιστάν και φτάνει μέχρι τις μέρες μας με την εμφάνιση του Ισλαμικού Κράτους του Ιράκ και του Λεβάντε (ISIS). Η ειδοποιός διαφορά μετά την 11η Σεπτεμβρίου, υπήρξε η μεταφορά της σύγκρουσης μεταξύ Ισλάμ και Δύσης από τα βουνά του Αφγανιστάν και τις ερήμους της Μέσης Ανατολής στην ίδια την καρδιά του δυτικού κόσμου. Πλέον η δράση του ακραίου, πολιτικού Ισλάμ δεν περιορίζεται εντός των παραδοσιακών γεωγραφικών του ορίων. Δεν γίνεται αισθητή μέσα από χτυπήματα στη Βαγδάτη, την Καμπούλ και το Κάιρο. Στρέφεται σε μία σειρά από στόχους όπως: στην Νέα Υόρκη και το Λονδίνο, το Παρίσι και τη Μαδρίτη, τις Βρυξέλλες και τη Νίκαια, απλώνοντας μία σκιά τρόμου στις δύο πλευρές του Ατλαντικού. Η εξέλιξη αυτή μετέτρεψε το φαινόμενο της ισλαμιστικής ριζοσπαστικοποίησης από αντικείμενο ακαδημαϊκής έρευνας και γεωστρατηγικών σχεδιασμών σε ζήτημα ασφάλειας των δυτικών κοινωνιών, το οποίο μάλιστα εμφανίζεται μεγεθυμένο λόγω της ύπαρξης δύο σημαντικών μεταβλητών: αφενός της αδυναμίας των δυτικών κρατών να το αντιμετωπίσουν με τις κλασικές μορφές στρατιωτικής δράσης και αφετέρου της εμπλοκής τμημάτων των κοινωνιών τους. Πως να αντιμετωπισθεί το ακραίο Ισλάμ με τα συμβατικά στρατιωτικά μέσα όταν πλέον πεδίο αντιπαράθεσης δεν αποτελούν τα πεδία των μαχών αλλά η καρδιά των πρωτευουσών του δυτικού κόσμου; Και πως να θωρακισθούν οι δυτικές κοινωνίες όταν τμήματα του πληθυσμού τους, μουσουλμάνοι στο θρήσκευμα πολίτες και κάτοικοι των ευρωπαϊκών κρατών, εμφανίζονται ευάλωτοι στα κηρύγματα και τις πρακτικές του ισλαμιστικού ριζοσπαστισμού; Και, τέλος, ποια η ειδική βαρύτητα των Βαλκανίων στο πλαίσιο αυτής της συλλογιστικής; Μιας περιοχής δηλαδή που όχι μόνο αποτελεί το φυσικό σύνορο μεταξύ Ισλάμ και δυτικού κόσμου αλλά και διαθέτει γηγενείς μουσουλμανικούς πληθυσμούς, που αναπόδραστα τίθενται στο κέντρο αυτής της σύγκρουσης; Το τελευταίο αυτό ερώτημα επιχειρεί να προσεγγίσει η παρούσα εργασία μέσα από τη διερεύνηση του βαθμού της ισλαμιστικής ριζοσπαστικοποίησης που εντοπίζεται στην περιοχή των Βαλκανίων και της δυνατότητάς της να αποτελέσει πραγματική απειλή για την ελληνική και γενικότερα την ευρωπαϊκή ασφάλεια καθώς και των προοπτικών αντιμετώπισής της. Σε αυτό το πλαίσιο, το πρώτο κεφάλαιο της εργασίας επιχειρεί να αποδώσει τα κύρια χαρακτηριστικά του Ισλάμ, μέσα από την περιγραφή της εμφάνισης και εξέλιξης του καθώς και των βασικών του στοιχείων, με την προσοχή μας να επικεντρώνεται στο σουνιτικό του δόγμα, βασικό παράγοντα διαμόρφωσης του πολιτικού Ισλάμ, αλλά και στην έννοια του «ιερού πολέμου» ή αλλιώς «τζιχάντ». Στο δεύτερο κεφάλαιο σκιαγραφείται εν συντομία η ιστορική εξέλιξη του φαινομένου της ισλαμικής ριζοσπαστικοποίησης. Εν συνεχεία, η ίδια η διαδικασία της ριζοσπαστικοποίησης, μέσα στο ισλαμικό περιβάλλον αλλά και πέρα από αυτό, αναλύεται στο τρίτο κεφάλαιο. Ακολουθεί, στο τέταρτο κεφάλαιο, η περιγραφή του φαινομένου στην περιοχή των Βαλκανίων και η εκτίμηση της επικινδυνότητάς του τόσο για την ελληνική όσο και την ευρωπαϊκή ασφάλεια. Τέλος, στο πέμπτο κεφάλαιο, διατυπώνονται οι πιθανές μέθοδοι αντιμετώπισης του φαινομένου.